αἰδώς

αἰδώς, όος, [var] contr. οῦς, η (late nom. pl. αἰδοί Sch.E.Hipp.386), as a moral feeling,
A reverence, awe, respect for the feeling or opinion of others or for one's own conscience, and so shame, self-respect (in full

ἑαυτοῦ αἰδώς Hierocl.in CA9p.433M.

), sense of honour,

αἰδῶ θέσθ' ἐνὶ θυμῷ Il.15.561

; ἴσχε γὰρ αἰ. καὶ δέος ib.657, cf. Sapph.28, Democr. 179, etc.;

αἰ. σωφροσύνης πλεῖστον μετέχει, αἰσχύνης δὲ εὐψυχία Th. 1.84

, cf. E.Supp.911, Arist.EN1108a32, etc.;

αἰδοῖ μειλιχίῃ Od.8.172

; so

ἀλλά με κωλύει αἴδως Alc.55

(Sapphus est versus);

ἅμα κιθῶνι ἐκδυομένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή Hdt.1.8

; δακρύων πένθιμον αἰδῶ tears of grief and shame, A.Supp.579;

αἰ. τίς μ' ἔχει Pl. Sph.217d

;

αἰ. καὶ δίκη Id.Prt.322c

;

αἰδοῦς ἐμπίπλασθαι X.Cyr.1.4.4

; sobriety, moderation, Pi.O.13.115;

αἰδῶ λαβεῖν S.Aj.345

.
2 regard for others, respect, reverence,

αἰδοῦς οὐδεμιῆς ἔτυχον Thgn.1266

, cf. E.Heracl.460; αἰ. τοκέων respect for them, Pi.P.4.218; τὴν ἐμὴν αἰδῶ respect for me, A.Pers.699; regard for friends,

αἰδοῦς ἀχαλκεύτοισιν ἔζευκται πέδαις E.Fr.595

; esp. regard for the helpless, compassion,

αἰδοῦς κῦρσαι S.OC247

; forgiveness, Antipho 1.26, Pl.Lg. 867e (cf.

αἰδέομαι 11.2

).
II that which causes shame or respect, and so,
1 shame, scandal,

αἰδώς, Ἀργεῖοι, κάκ' ἐλέγχεα Il.5.787

, etc.; αἰδώς, ὦ Λύκιοι· πόσε φεύγετε; 16.422;

αἰδὼς μὲν νῦν ἥδε . . 17.336

.
2 = τὰ αἰδοῖα, Il.2.262, Arat.493, D.H.7.72.
3 dignity, majesty

αἰ. καὶ χάρις h.Cer.214

.
III Αἰδώς personified, Reverence, Pi.O.7.44; Mercy, Ζηνὶ σύνθακος θρόνων Αἰ. S.OC1268, cf. Paus. 1.17.1;

παρθένος Αἰδοῦς Δίκη λέγεται Pl.Lg.943e

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰδῶς — αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδώς — reverence fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιδῶς — ἀϊδῶς , ἀιδής unseen adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιδώς — Τεχνητή θεότητα, που την επινόησαν οι πρώτοι φιλόσοφοι, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Ήταν μια από τις Ώρες και είχε μητέρα τη Θέμιδα και αδελφές την Ευνομία, τη Δίκη, την Ειρήνη, τη Νέμεση κλπ. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός… …   Dictionary of Greek

  • αἰδῶς — αἰδώ fem acc pl αἰδώ fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώ fem gen sg (doric aeolic) αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιδώς — η ούς, ντροπή, σεβασμός, σεμνότητα, κυρίως στη φράση: «προσβολή της δημοσίας αιδούς» (προσβολή του αισθήματος για την ντροπή που έχουν σ έναν τόπο οι περισσότεροι άνθρωποι) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰδὼς δ’ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ κομίζει. — См. Стыдливый из за стола голодный встает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. — ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἵνα δέος, ἔνθα καὶ αἰδώς. — См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Αἰδοῖ — αἰδώς reverence fem voc sg αἰδώς reverence fem dat sg αἰδώς reverence fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδοῦς — αἰδώς reverence fem nom/voc pl αἰδώς reverence fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.